Όταν ξύπνησε βρίσκονταν σ’ ένα κρεβάτι σε έναν άγνωστο θάλαμο. Δεν είχε συναίσθηση τι του συμβαίνει, που βρίσκεται. Είχε μια διάχυτη αίσθηση ότι πρωταγωνιστούσε, χωρίς την συγκατάθεσή του, σε έναν τρομακτικό εφιάλτη. Σκέψεις και εικόνες γίνονταν ένας αχταρμάς από τον οποίο δεν έβγαζε άκρη. Ξανακοιμήθηκε. Ξαναξύπνησε. Τα ίδια. Για ώρες, που του φάνηκαν αιώνες, βρίσκονταν σε μια κατάσταση που δεν μπορούσε να κατανοήσει. Δεν ένιωθε τίποτα, δεν σκέφτονταν τίποτα, τον συνόδευε μόνο η αίσθηση ότι περιφέρεται άσκοπα στο κενό. Το Θανάσημο στοίχημα γίνονταν θανάσιμο. Άρχισε να βρίσκει σιγά-σιγά αυτό που θεωρούσε πραγματικό εαυτό. - Θα τους τα εξηγήσω όλα. Δεν υποφέρεται αυτή η κατάσταση. Ένα καλοστημένο σχέδιο, μια απάτη. Θα τους μιλήσω ανοικτά για το στοίχημα. Ναι αυτή είναι η λύση. Μόνο έτσι θα μπορέσω να ξεφύγω. Δεν πάει στο διάολο το στοίχημα. Είπα ότι θα καταφέρω να εισαχθώ σε ψυχιατρική κλινική και να ζήσω εκεί για έναν χρόνο χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Δεν φαντάστηκα ποτέ ότι ο χρόνος...
Φυγή, η πρώτη λέξη, η πρώτη σκέψη, η τελευταία πράξη. Σιωπή, ανήκουστη, αδιάφορη, ανυπόφορη, παρατεταμένη