Δέσμιος του φόβου για τη θάλασσα. Φόβος στο αεροπλάνο. Φόβος στην εθνική οδό. Φόβος του θανάτου ή μήπως της ταλαιπωρίας πριν απ’ αυτόν; Μέσα στην πόλη δε φοβάμαι. Φοβάμαι τα ταξίδια. Θέλω να φεύγω, αλλά συνήθως μένω. Δε μετακινούμαι εύκολα. Έχω κολλήσει σαν το στρείδι στο βράχο της πόλης. Μου αρέσουν πολύ οι νέες εικόνες, οι όμορφες εικόνες. Το διαμέρισμα φαντάζει σαν κλουβί αυτές τις μέρες. Δεν θέλω να είμαι στην Αθήνα. Δε θέλω πόλεις. Κάτι σαν χίπικο όνειρο μετανοημένου γιάπι: θέλω να ζήσω στη φύση, να την νιώσω, να προσπαθήσω να την καταλάβω. Η επανάληψη της πόλης με απομυζεί, σκοτώνει τη φαντασία, κοιμίζει τους φόβους, με ωθεί σε νάρκη δίχως όνειρα, με καθοδηγεί στην απάθεια, στην αθεράπευτη αδιαφορία για τα πάντα. Το χρήμα. Η εργασία που παρέχει το χρήμα αποτελεί το λογικό επιχείρημα που επικροτεί την απάθεια. Τον εν ζωή θάνατο. Θέλω ν’ ακούω το φλοίσβο της θάλασσας, αλλά όχι από τα ηχεία της τηλεόρασης. Θέλω ν’ ακούω τον αέρα να λυσσομανά και το αποτέλεσμα της οργής του να είναι...
Φυγή, η πρώτη λέξη, η πρώτη σκέψη, η τελευταία πράξη. Σιωπή, ανήκουστη, αδιάφορη, ανυπόφορη, παρατεταμένη